Το κόστος της ανατροπής της πολιτικής υγείας του Ομπάμα

του Ρόμπερτ Σαπίρο

The Costs of Overturning Obama's Healthcare Reforms

©The Globalist

Εδώ και κάμποσο καιρό είναι σαφές πως χωρίς μείζονες μεταρρυθμίσεις το σύστημα υγείας των ΗΠΑ, όντας μη διαχειρίσιμο, θα καταρρεύσει σύντομα, επιβαρύνοντας
με δισεκατομμύρια δολάρια τους Αμερικανούς της μεσαίας τάξης.

Το 2016, το μέσο ετήσιο οικογενειακό εισόδημα αναμένεται πως θα ανέρχεται στα 54,000 δολάρια. Το ίδιος έτος, ένα μετριοπαθές ασφαλιστικό πρόγραμμα για
μια τετραμελή οικογένεια θα κοστίζει περί τα 14,700 δολάρια. Οι εργοδότες θα κληθούν να επιβαρυνθούν με το μέγιστο μέρος της ιατροφαρμακευτικής ασφάλισης
των οικογενειών της μεσαίας τάξης. Αλλά οι εργοδοτικές εισφορές προέρχονται από τους μισθούς και τις αμοιβές των εργαζομένων. Αν προσθέσουμε άρα το μέσο
μισθό και το κόστος της μέσης ιατροφαρμακευτικής ασφάλισης (54,000+14,7000), θα δούμε πως η υγειονομική κάλυψη αντιπροσωπεύει το 21% του μέσου ετήσιου
οικογενειακού εισοδήματος.

Προσθέστε σε αυτά την ασφαλιστική συνεισφορά των οικογενειών και το κόστος των ανασφάλιστων παροχών υγείας, που θα κοστίζουν άλλα 5,100 δολάρια. Επίσης
η μέση οικογένεια έχει κρατήσεις για την ιατροφαρμακευτική ασφάλιση τρίτων (2.9% του μισθού, ή 1,566 δολάρια το χρόνο πάνε στη «
μεντικέρ
»). Κι υπάρχουν κι άλλα 1,000 δολάρια -ή και περισσότερα- για ομοσπονδιακούς ή πολιτειακούς φόρους υγείας που πάνε στη «
μεντικέιντ
» και τη «μεντικέρ» και που δεν προεισπράττονται διαμέσου της μισθοδοσίας.

Όλα μαζί ανεβάζουν το κόστος της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης για τη μέση αμερικανική οικογένεια το 2016 στα 22,366 δολάρια ή το 32.5% του μέσου ετησίου
εισοδήματός της -των 68,700 δολαρίων. Αλλά γιατί θα πρέπει η μέση αμερικανική οικογένεια να πληρώνει σχεδόν το 1/3 του εισοδήματός της για ένα σύστημα
υγείας που το 2016 θα χρηματοδοτείται επίσης με σχεδόν το 18% του ΑΕΠ;

Ένα μέρος της απάντησης βρίσκεται στο ότι ο μέσος εργαζόμενος των 68,700 δολαρίων το χρόνο, ο μάνατζερ των 150,000 και ο διευθύνων σύμβουλος των 5 εκατομμυρίων
καταβάλουν όλοι πάνω-κάτω το ίδιο ποσό για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη της οικογένειάς τους -14,700 δολάρια. Το αποτέλεσμα είναι πως οι μέσοι Αμερικανοί
δαπανούν για την υγεία πολύ μεγαλύτερο τμήμα του εισοδήματός τους σε σχέση με τις ευπορότερες οικογένειες.

Πρόκειται για μια λογική ριζικά διαφορετική από εκείνη που ακολουθεί π.χ. η Γερμανία, όπου η ασφάλιση υγείας υπολογίζεται σε μεγάλο βαθμό ως τμήμα του
ετησίου εισοδήματος, με αποτέλεσμα οι χαμηλόμισθοι να καταβάλουν για την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη πάνω κάτω το ίδιο ποσοστό του εισοδήματός τους
με τους πλουσιότερους.

Παρά όμως τα κραυγαλέα αυτά οικονομικά δεδομένα, όλα σχεδόν τα σχόλια για τη επιδίκαση εκ μέρους του «
ανωτάτου δικαστηρίου
» της προσφυγής κατά των μεταρρυθμίσεων στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, προσπαθούν να αναλύσουν την παραμικρή σχετική δήλωση, χειρονομία και πληροφορία
για να προβλέψουν ποιο κόμμα ή ποια κυβερνητική άποψη θα επικρατήσει. Αλλά αυτό είναι -στην καλύτερη περίπτωση- εντελώς δευτερεύον. Αφήστε που σε τόσο
αμφιλεγόμενες υποθέσεις είναι εξόχως αναξιόπιστο να προσπαθείς να προβλέψεις τι θα συμβεί βασιζόμενος σε παρόμοιους οιωνούς.

Ένας από τους λόγους που το κόστος της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης είναι τόσο υψηλό για τη μέση αμερικανική οικογένεια είναι πως ένα μεγάλο μέρος τους
περιλαμβάνει την κάλυψη όσων είναι ανασφάλιστοι. Το κόστος του κάθε ανασφάλιστου υπολογίζεται από τους ειδήμονες στα 300 δολάρια κατά κεφαλή -ή 1,200 δολάρια
ανά τετραμελή οικογένεια.

Η απόφαση του προέδρου
Ομπάμα
(Obama) να πάψει να μετακυλίεται το κόστος αυτό «κεφαλικά» στο σύνολο των φορολογουμένων και να το αναλάβει το δημόσιο ταμείο μέσω μιας οικουμενικής υγειονομικής
ασφάλισης, βρίσκεται φυσικά στον πυρήνα των σχετικών αντιπαραθέσεων στο «ανώτατο δικαστήριο». Πίσω από τις υψιπετείς συζητήσεις περί πολιτικών ιδεωδών,
κρύβεται το τραχύ συμφέρον: ποιος θα πληρώσει το λογαριασμό. Η κυβέρνηση Ομπάμα θέλει το κόστος της ιατροφαρμακευτικής κάλυψης των ανασφάλιστων να το αναλάβει
το κράτος. Που σημαίνει πως τελικά θα το χρηματοδοτήσει ο φόρος εισοδήματος, ή αλλιώς πως θα επιβαρύνει δυσανάλογα πολύ, σε σχέση με σήμερα, τους πλουσιότερους
Αμερικανούς

Αυτή είναι η επιλογή που έχουμε εμπρός μας, πράγμα που εξηγεί τη σφοδρότητα που έχει η διαμάχη για το ζήτημα: οι μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε ο πρόεδρος
σημαίνουν πως οι μικρομεσαίες οικογένειες θα ανακουφιστούν από επιβάρυνση δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, που θα
κληθούν να τα επωμιστούν οι πλουσιότεροι φορολογούμενοι.

Μειώνοντας την αύξηση του κόστους

Πέραν της φορολογικής αντιπαράθεσης, ας δούμε το ζήτημα πιο σφαιρικά, από την άποψη της ανταγωνιστικότητας και της αποτελεσματικότητας της εθνικής μας
οικονομίας.

Η ιατροφαρμακευτική κάλυψη των ανασφάλιστων μεσο-μακροπρόθεσμα συμβάλει στη μείωση του κόστους της υγείας. Οι ανασφάλιστοι έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες
να υποστούν π.χ. εγκεφαλικό, διότι δεν έχουν τα μέσα να εξεταστούν εγκαίρως για να διαγνωσθεί πως πάσχουν από υπέρταση, διαβήτη ή υψηλή χοληστερόλη.

Αλλά και στους καρκινοπαθείς, η διάγνωση της ασθένειας στους ανασφάλιστους έχει περισσότερες πιθανότητες να γίνει καθυστερημένα, πράγμα που σημαίνει δαπανηρότερη
θεραπευτική αγωγή.

Οι ανασφάλιστοι επίσης έχουν πολύ λιγότερες πιθανότητες να θεραπευθούν πλήρως από διάφορες παθήσεις, πράγμα που τους καθιστά πιο εκτεθειμένους σε επιπλοκές
πάσης φύσεως, που απαιτούν περαιτέρω θεραπεία. Η οικουμενική ασφαλιστική κάλυψη άρα μειώνει τις δαπάνες για την υγεία.

Οι μεταρρυθμίσεις που εξετάζει τώρα το «ανώτατο δικαστήριο» περιλαμβάνουν επίσης μια σειρά από μέτρα που θα συμβάλουν στη μείωση των δαπανών για την υγεία.
Τα μέτρα αυτά εκτείνονται από τη δημιουργία ιατρικών ηλεκτρονικών αρχείων ως την αξιολόγηση ιατρών και νοσοκομείων και την αμοιβή τους στη βάση των αποτελεσμάτων
τους, και άλλα μέτρα που ενθαρρύνουν τους φορείς υγείας να υιοθετούν πιο αποτελεσματικές πρακτικές και λιγότερο δαπανηρά πρωτόκολλα λειτουργίας.

Υπογραμμίζεται πως στα μέτρα αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται ορισμένα εξόχως αμφιλεγόμενα και πολωτικά μέτρα εξοικονόμησης των δαπανών, όπως π.χ. δρακόντεια
μέτρα κατά των κακών ιατρικών πρακτικών ή η δυνατότητα της υποχρεωτικής κρατικής ασφάλισης όπου o ανταγωνισμός μεταξύ των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών
κρίνεται ανεπαρκής. Παρ' όλα αυτά είναι μια αρχή.

Μετά τη μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας που το 1994 προώθησαν ανεπιτυχώς οι
Μπιλ
(Bill) και
Χίλαρι Κλίντον
(Hillary Clinton) πέρασαν 15 χρόνια πριν ασχοληθεί με το ζήτημα ένας πρόεδρος ή το κογκρέσο. Αν το «ανώτατο δικαστήριο» ανατρέψει την τρέχουσα μεταρρύθμιση,
είναι σχεδόν βέβαιο πως θα περάσουν πολλά χρόνια πριν επιχειρήσει κάποιος να μεταρρυθμίσει ξανά το σύστημα.

Οι οικονομικές επιπτώσεις μιας τέτοιας εξέλιξης θα είναι σοβαρές: ο αριθμός ανασφάλιστων ατόμων και οικογενειών θα συνεχίσει να αυξάνεται. Το κόστος της
ιατροφαρμακευτικής τους περίθαλψης θα συνεχίσει να επιβαρύνει το κόστος της υγείας και να αυξάνει τα ασφάλιστρα υγείας για τις περισσότερες οικογένειες
της μεσαίας τάξης. Και χωρίς μέτρα που θα κάμπτουν την καμπύλη της αύξησης των δαπανών υγείας, η μέση αμερικανική οικογένεια θα βρεθεί σύντομα υποχρεωμένη
να δαπανά το 1/3 του εισοδήματός της για την ιατροφαρμακευτική της ασφάλιση.

--------------------------------------------------------------------------------

Ο
Robert Shapiro
είναι οικονομολόγος, σύμβουλος επιχειρήσεων, πρώην στέλεχος των κυβερνήσεων Κλίντον

http://www.ppol.gr

Εγγραφή στο newsletter μας

Ηλεκτρονική διεύθυνση:

Ονοματεπώνυμο: